Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Draco Cyprius

Ο Δράκος ο Κυπριακός εν μαύρος, ολόμαυρος σαν τα παλιά τηλέφωνα. Τόσον μαύρος που τα χαραχτηριστικά του εν ιξεχωρίζουν άμαν τον δεις. Όι πους εννα τον δεις ποττέ σου. Μόνον τες νύχτες τες μαύρες φκαίννει που τον σπήλιον του τζιαι πάντα νώθεις τον, εν τον θωρείς. Νώθεις εναν φόον δυνάμενον που κάμνει το πετσί σου να μάσιεται να ποτυλιχτεί που πάνω σου να φύει τζιαι το βλαντζιί σου σφίγγει τζιαι γίνεται σαν το ππιριλλί. Κόφκεσαι του βούρου μες τη νύχταν μα νώθεις τον ακόμα που σε κρατά τζιαι σαν μιαν μύξαν κατάμαυρη να γεμώννει το κορμίν σου τζιαι τα δεντρά (ως τζι'οι ελιές!) γίνουνται οχτροί μαύροι τζιαι τζιείνα.
Μιλά σου. Λαλεί σου ήντα΄μπου θέλει που λλόουσου την ώραν που η μαυρίλλα φτάννει πίσω που τα μμάθκια σου, πίσω που το δόξα πατρί. Τζιείνην την ώραν η νύχτα γίνεται μόνον μυρωθκιά: το χώμαν, τα χτηνά, τα πλάσματα, ο αέρας, εσού. Με θωρείς, με νώθεις, με ακούεις. Μόνον μυρωθκιά τζιαι τα θέλω του μες την κκελλέν σου. Εν τα ακούεις μα χοχλάζουν μες την κκελλέν σου.
Που το πρωίν εν χασιμιός τζι'οι ελιές παίζουν τες αγίες πάλαι. Μα που την πίσω μερκάν του λαιμού σου τζιαι ως κάτω πον'το καβλονούριν σου, που την πουμέσα μερκάν του σπόντυλου εν τζιείνη' μαύρη μύξα τζιαι καρτερά να νυχτώσει.