Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ψάρεμα

Ομπρός του η θάλασσα, πίσω του η πόλη. Πίσω του κουγκρίν τζιαι πλάσματα που εξυπνήσαν τζιαι 'πασπατεύκουν να έβρουν την οδοντόπασταν. Ομπρός του αννοιχτωσιά, σιουρκά, ηρεμία. Ευτυχώς το λιμάνιν εν εφαίνετουν που δαμαί. Γι'αυτόν εθκιάλεξεν να ψαρεύκει δαμαί, όι γιατί έσιει ψάριν. Ψάριν έσιει εφτάμισι χρόνια να φκάλει. Είπαν ότι έλειψεν τέλεια. Πάλαι όμως η θάλασσα τραβά τον. Εν όμορφη τζι'ας ένι μια ξιμαρισμένη έρημος πουκάτω. Που αλλού να πάει; Στον Άη Δεμέτη πον'ούλλον αποθήκες τζιαι καρνάγια οξά στο Καϊμακλί να θωρεί τα πλοία που ξιφορτώννουν; Δαμαί εν ο καλλίττερος τόπος να θωρείς την θάλασσαν όφτζιαιρην ώσπου φτάννει το μμάτι σου. Ευτυχώς οι Γερκώτες εστήσαν πόιν να μεν ηστηθεί πλατφόρμα ομπρός τους.

Έντζιαι'πίστεψεν πους κάτι ετσίμπησεν αλλά πάντα φακκά νάκκον παραπάνω η καρκιά του αμαν κορατζίσει κάπου το αντζίστριν.
Ήταν έναν κομμάτιν σίερον τρίγωνον, αγιωμένον. Ίσια-ίσια που εθκιαβάζουνταν τρεις λέξεις πάνω του.

2 σχόλια:

  1. αρέρκσει μου πολλα ο τρόπος που γράφεις Παυλε!
    Το ψάρεμα στον Αην Δεμέτην εν το έπιασα όμως, αs ενει... φορ δε σέικ οφ ππόετρι:-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. εσύ μαλάκα πρέπει να είσαι του περτίτζη για να μας τα λαλείς τούτα.. είσαι βαλτός του.. ή έταξε σου τίποτε άλλον η άλλη η καβκα του αλλώπος..

    ΑπάντησηΔιαγραφή